οἰκουρικός
οἰκουρικός
οἰκουρικός, ή, όν
οἰκουρέω
inclined to keep at home: — τὸ -κόν, οἰκουρία, Luc.
{ "content": "οἰκουρικός\n οἰκουρικός, ή, όν\n οἰκουρέω\n inclined to keep at home: — τὸ -κόν, οἰκουρία, Luc.", "key": "oi)kouriko/s" }