οἰκουμενικός
οἰκουμενικός
οἰκουμενικός, ή, όν
of or from the whole world (ἡ οἰκουμένη) ; of Eccl. Councils, oecumenical.
{ "content": "οἰκουμενικός\n οἰκουμενικός, ή, όν\n of or from the whole world (ἡ οἰκουμένη) ; of Eccl. Councils, oecumenical.", "key": "oi)koumeniko/s" }