οἰκοποιός
οἰκοποιός
οἰκο-ποιός, όν
ποιέω
constituting a house, οἰκ. τροφή the comforts of a house, Soph.
{ "content": "οἰκοποιός\n οἰκο-ποιός, όν\n ποιέω\n constituting a house, οἰκ. τροφή the comforts of a house, Soph.", "key": "oi)kopoio/s" }