Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
οἰκιστής
οἰκογενής
οἰκοδεσποτέω
οἰκοδεσπότης
οἰκοδομέω
οἰκοδόμημα
οἰκοδομή
οἰκοδόμησις
οἰκοδομητέος
οἰκοδομητικός
οἰκοδομητός
οἰκοδομία
οἰκοδομικός
οἰκοδόμος
οἴκοθεν
οἴκοθι
οἴκοι
οἶκόνδε
οἰκονομέω
οἰκονομία
οἰκονομικός
View word page
οἰκοδομητός
οἰκοδομητός οἰκο-δομητός, ή, όν built, Strab.
ShortDef
built
Debugging
Headword:
οἰκοδομητός
Headword (normalized):
οἰκοδομητός
Headword (normalized/stripped):
οικοδομητος
IDX:
22742
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n22765
Key:
oi)kodomhto/s
Data
{'content': 'οἰκοδομητός\n οἰκο-δομητός, ή, όν\n built, Strab.', 'key': 'oi)kodomhto/s'}