οἰκοδομητικός
οἰκοδομητικός
οἰκοδομητικός, ή, όν
fitted for building: ἡ -κή (sc. τέχνη) architecture, Luc.
{ "content": "οἰκοδομητικός\n οἰκοδομητικός, ή, όν\n fitted for building: ἡ -κή (sc. τέχνη) architecture, Luc.", "key": "oi)kodomhtiko/s" }