οἰκετικός
οἰκετικός
οἰκετικός, ή, όν
οἰκέτης
of or for the menials or household, Plat., Arist.
{ "content": "οἰκετικός\n οἰκετικός, ή, όν\n οἰκέτης\n of or for the menials or household, Plat., Arist.", "key": "oi)ketiko/s" }