ὀβολοστάτης
ὀβολοστάτης
ὀβολο-στάτης (ᾰ), ου, ὁ,
ἵστημι
a weigher of obols, i. e. a petty usurer, Ar.
{ "content": "ὀβολοστάτης\n ὀβολο-στάτης (ᾰ), ου, ὁ,\n ἵστημι\n a weigher of obols, i. e. a petty usurer, Ar.", "key": "o)bolosta/ths" }