ὄαρ
ὄαρ
.ὄᾰρ, ὄαρος, ἡ,
a wife, in gen. pl., ὀάρων ἕνεκα σφετεράων Il.; contr. dat. pl., ἀμυνέμεναι ὤρεσσιν Il.
{ "content": "ὄαρ\n .ὄᾰρ, ὄαρος, ἡ,\n a wife, in gen. pl., ὀάρων ἕνεκα σφετεράων Il.; contr. dat. pl., ἀμυνέμεναι ὤρεσσιν Il.", "key": "o)/ar" }