ἀνακεράννυμι
ἀνακεράννυμι
to mix up or again, κρητῆρα Od.; οἶνον Ar.:—Pass., aor1 ἀν-εκεράσθην Plat.; ἀν-εκράθην [ᾱ] Plut.
{ "content": "ἀνακεράννυμι\n to mix up or again, κρητῆρα Od.; οἶνον Ar.:—Pass., aor1 ἀν-εκεράσθην Plat.; ἀν-εκράθην [ᾱ] Plut.", "key": "a)nakera/nnumi" }