ξενολογέω
ξενολογέω
ξενολογέω,
fut. -ήσω
to enlist strangers, levy mercenaries, Dem., etc.
from ξενολόγος
{ "content": "ξενολογέω\n ξενολογέω,\n fut. -ήσω\n to enlist strangers, levy mercenaries, Dem., etc.\n from ξενολόγος", "key": "cenologe/w" }