ξενοκτόνος
ξενοκτόνος
ξενο-κτόνος, ον,
κτείνω
slaying guests or strangers, Eur., Aeschin.
{ "content": "ξενοκτόνος\n ξενο-κτόνος, ον,\n κτείνω\n slaying guests or strangers, Eur., Aeschin.", "key": "cenokto/nos" }