ξενοδοχία
ξενοδοχία
from ξενοδόκος
ξενοδοχία, ἡ,
entertainment of a stranger, Xen.
{ "content": "ξενοδοχία\n from ξενοδόκος\n ξενοδοχία, ἡ,\n entertainment of a stranger, Xen.", "key": "cenodoxi/a" }