νύχευμα
νύχευμα
νύχευμα (ῠ), ατος, τό,
a nightly watch, Lat. pervigilium, Eur.
from νῠχεύω
{ "content": "νύχευμα\n νύχευμα (ῠ), ατος, τό,\n a nightly watch, Lat. pervigilium, Eur.\n from νῠχεύω", "key": "nu/xeuma" }