νυμφότιμος
νυμφότιμος
νυμφό-τῑμος, ον,
τιμή
honouring the bride: μέλος ν. the bridal song, Aesch.
{ "content": "νυμφότιμος\n νυμφό-τῑμος, ον,\n τιμή\n honouring the bride: μέλος ν. the bridal song, Aesch.", "key": "numfo/timos" }