νυμφοκόμος
νυμφοκόμος
νυμφο-κόμος, ον,
κομέω
dressing a bride:—generally, bridal, Eur.
{ "content": "νυμφοκόμος\n νυμφο-κόμος, ον,\n κομέω\n dressing a bride:—generally, bridal, Eur.", "key": "numfoko/mos" }