νουθέτημα
νουθέτημα
from νουθετέω
νουθέτημα, ατος, τό,
admonition, warning, Aesch., Eur., etc.; τἀμὰ νουθετήματα given to me, Soph.
{ "content": "νουθέτημα\n from νουθετέω\n νουθέτημα, ατος, τό,\n admonition, warning, Aesch., Eur., etc.; τἀμὰ νουθετήματα given to me, Soph.", "key": "nouqe/thma" }