νουβυστικός
νουβυστικός
νου-βυστικός, ή, όν
νοῦς, βύω
choke-full of sense, clever: adv. -κῶς, Ar.
{ "content": "νουβυστικός\n νου-βυστικός, ή, όν\n νοῦς, βύω\n choke-full of sense, clever: adv. -κῶς, Ar.", "key": "noubustiko/s" }