νοτερός
νοτερός
νοτερός, ά, όν
νότος
wet, damp, moist, Eur.; χειμὼν ν. a storm of rain, Thuc.
{ "content": "νοτερός\n νοτερός, ά, όν\n νότος\n wet, damp, moist, Eur.; χειμὼν ν. a storm of rain, Thuc.", "key": "notero/s" }