νοσερός
νοσερός
νοσερός, ά, όν
= νοσηρός, Eur.
ν. κοίτη a bed of sickness, Eur.:—adv., νοσερῶς ἔχειν τὸ σῶμα Arist.
{ "content": "νοσερός\n νοσερός, ά, όν\n = νοσηρός, Eur.\n ν. κοίτη a bed of sickness, Eur.:—adv., νοσερῶς ἔχειν τὸ σῶμα Arist.", "key": "nosero/s" }