νομοθέτημα
νομοθέτημα
from νομοθετέω
νομοθέτημα, ατος, τό,
a law, ordinance, Plat.
{ "content": "νομοθέτημα\n from νομοθετέω\n νομοθέτημα, ατος, τό,\n a law, ordinance, Plat.", "key": "nomoqe/thma" }