νομοδιδάσκαλος
νομοδιδάσκαλος
νομο-δῐδάσκᾰλος, ὁ,
a teacher of the law, Plut., NTest.
{
"content": "νομοδιδάσκαλος\n νομο-δῐδάσκᾰλος, ὁ,\n a teacher of the law, Plut., NTest.",
"key": "nomodida/skalos"
}