ἀναισχυντέω
ἀναισχυντέω
from ἀναίσχυντος
to be shameless, behave impudently, Thuc.; πρός τινα Xen.
{ "content": "ἀναισχυντέω\n from ἀναίσχυντος\n to be shameless, behave impudently, Thuc.; πρός τινα Xen.", "key": "a)naisxunte/w" }