Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
νομέης
νόμευμα
νομεύς
νομεύω
νομή
νομίζω
νομικός
νόμιμος
νόμιος
νόμισις
νόμισμα
νομιστέος
νομιστεύομαι
νομογραφία
νομογράφος
νομοδείκτης
νομοδιδάσκαλος
νομοθεσία
νομοθετέω
νομοθέτημα
νομοθέτης
View word page
νόμισμα
νόμισμα νόμισμα, ατος, τό, νομίζω anything sanctioned by usage, a custom, institution, Trag., Ar. the current coin of a state, Hdt.
ShortDef
anything sanctioned by usage, a custom, institution
Debugging
Headword:
νόμισμα
Headword (normalized):
νόμισμα
Headword (normalized/stripped):
νομισμα
IDX:
22296
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n22318
Key:
no/misma
Data
{'content': 'νόμισμα\n νόμισμα, ατος, τό,\n νομίζω\n anything sanctioned by usage, a custom, institution, Trag., Ar.\n the current coin of a state, Hdt.', 'key': 'no/misma'}