νοθαγενής
νοθαγενής
νοθᾱ-γενής, ές
Doric and poet. for νοθηγενής
γίγνομαι
base-born, Eur.
{ "content": "νοθαγενής\n νοθᾱ-γενής, ές\n Doric and poet. for νοθηγενής\n γίγνομαι\n base-born, Eur.", "key": "noqagenh/s" }