νοητός
νοητός
νοητός, ή, όν
νοέω
perceptible to the mind, thinkable, opp. to visible (ὁρατός) , Plat.
{ "content": "νοητός\n νοητός, ή, όν\n νοέω\n perceptible to the mind, thinkable, opp. to visible (ὁρατός) , Plat.", "key": "nohto/s" }