νικητικός
νικητικός
νῑκητικός, ή, όν
νικάω
likely to conquer, conducing to victory, Xen.; τὸ νικητικώτατον the most likely way to conquer, Plut.
{ "content": "νικητικός\n νῑκητικός, ή, όν\n νικάω\n likely to conquer, conducing to victory, Xen.; τὸ νικητικώτατον the most likely way to conquer, Plut.", "key": "nikhtiko/s" }