νηπυτιεύομαι
νηπυτιεύομαι
νηπῠτιεύομαι,
Dep. to play childʼs tricks, Anth.
from νηπύτιος (ῠ)
{ "content": "νηπυτιεύομαι\n νηπῠτιεύομαι,\n Dep. to play childʼs tricks, Anth.\n from νηπύτιος (ῠ)", "key": "nhputieu/omai" }