νημέρτεια
νημέρτεια
νημέρτεια, ἡ,
νημερτής
certainty, truth, Doric νᾱμέρτεια, Soph.
{ "content": "νημέρτεια\n νημέρτεια, ἡ,\n νημερτής\n certainty, truth, Doric νᾱμέρτεια, Soph.", "key": "nhme/rteia" }