νεοχμός
νεοχμός
νεοχμός, όν
= νέος
new, Aesch., Eur., Ar.
of political innovations, νεοχμόν τι ποιέειν, νεοχμόω, Hdt.
{ "content": "νεοχμός\n νεοχμός, όν\n = νέος\n new, Aesch., Eur., Ar.\n of political innovations, νεοχμόν τι ποιέειν, νεοχμόω, Hdt.", "key": "neoxmo/s" }