Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
νεόπλουτος
νεόπλυτος
νεόποκος
νεοπρεπής
νεόπριστος
Νεοπτόλεμος
νεόπτολις
νεόρραντος
νεόρρυτος
νεόρρυτος
νέορτος
νεοσίγαλος
νεοσκύλευτος
νεόσμηκτος
νεοσμίλευτος
νεοσπαδής
νεοσπάς
νέος
νεόσπορος
νεοσσεύω
νεοσσιά
View word page
νέορτος
νέορτος νέ-ορτος, ον ὄρνυμι newly arisen, new, Soph.
ShortDef
newly arisen, new
Debugging
Headword:
νέορτος
Headword (normalized):
νέορτος
Headword (normalized/stripped):
νεορτος
Intro Text:
νέορτος νέ-ορτος, ον ὄρνυμι newly arisen, new, Soph.
IDX:
22059
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n22081
Key:
ne/ortos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "νέορτος\n νέ-ορτος, ον\n ὄρνυμι\n newly arisen, new, Soph.", "key": "ne/ortos" }