νεμεσητικός
νεμεσητικός
from νεμεσάω
νεμεσητικός, ή, όν
disposed to just indignation, Arist.
{ "content": "νεμεσητικός\n from νεμεσάω\n νεμεσητικός, ή, όν\n disposed to just indignation, Arist.", "key": "nemeshtiko/s" }