Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
Νειλόρυτος
Νεῖλος
Νειλωΐς
Νειλώτης
νειόθεν
νειόθι
νειοκόρος
νειοποιέω
νειός
νειοτομεύς
νεῖρα
νεκάς
νεκράγγελος
νεκραγωγέω
νεκραγωγός
νεκρακαδήμεια
νεκρικός
νεκροβαρής
νεκροδέγμων
νεκροδόκος
νεκροδοχεῖον
View word page
νεῖρα
νεῖρα νεῖρα, or νείρα, ἡ, contr. for νείαιρα, Aesch.
ShortDef
(adj) lower; (subst) abdomen
Debugging
Headword:
νεῖρα
Headword (normalized):
νεῖρα
Headword (normalized/stripped):
νειρα
Intro Text:
νεῖρα νεῖρα, or νείρα, ἡ, contr. for νείαιρα, Aesch.
IDX:
21960
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n21982
Key:
nei=ra
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "νεῖρα\n νεῖρα, or νείρα, ἡ,\n contr. for νείαιρα, Aesch.", "key": "nei=ra" }