ναύφρακτος
ναύφρακτος
ναύ-φρακτος, Attic ναύ-φαρκτος, ον
φράσσω
ship-fenced, Aesch., Eur.; στρατός Ar.:— ναύφρακτον βλέπειν to look like a ship of war, Ar.
{ "content": "ναύφρακτος\n ναύ-φρακτος, Attic ναύ-φαρκτος, ον\n φράσσω\n ship-fenced, Aesch., Eur.; στρατός Ar.:— ναύφρακτον βλέπειν to look like a ship of war, Ar.", "key": "nau/fraktos" }