ναύφθορος
ναύφθορος
ναύ-φθορος, ον
φθείρω
shipwrecked, ν. στολή, πέπλοι the garb of shipwrecked men, Eur.
{ "content": "ναύφθορος\n ναύ-φθορος, ον\n φθείρω\n shipwrecked, ν. στολή, πέπλοι the garb of shipwrecked men, Eur.", "key": "nau/fqoros" }