ναύσταθμον
ναύσταθμον
ναύ-σταθμον, ου, τό,
σταθμός
a harbour, anchorage, roadstead, Lat. statio navium, Eur., Thuc., Plut.
{ "content": "ναύσταθμον\n ναύ-σταθμον, ου, τό,\n σταθμός\n a harbour, anchorage, roadstead, Lat. statio navium, Eur., Thuc., Plut.", "key": "nau/staqmon" }