ναυπηγικός
ναυπηγικός
ναυπηγικός, ή, όν
from ναυπηγός
skilled in shipbuilding, Luc.: ἡ ναυπηγική (sc. τέχνη) the art of shipbuilding, Arist.
{ "content": "ναυπηγικός\n ναυπηγικός, ή, όν\n from ναυπηγός\n skilled in shipbuilding, Luc.: ἡ ναυπηγική (sc. τέχνη) the art of shipbuilding, Arist.", "key": "nauphgiko/s" }