Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ναύδετον
ναυκληρέω
ναυκληρία
ναυκλήριον
ναύκληρος
ναύκραρος
ναυκρατέω
ναυκρατής
Ναύκρατις
ναυκράτωρ
ναῦλος
ναυλοχέω
ναύλοχος
ναυμαχέω
ναυμαχησείω
ναυμαχητέος
ναυμαχία
ναύμαχος
ναυμάχος
Ναύπακτος
ναυπηγέω
View word page
ναῦλος
ναῦλος ναῦλος, ὁ, ναῦς passage-money, the fare or freight, Xen. the freight or cargo of ships, Dem.
ShortDef
passage-money, the fare
Debugging
Headword:
ναῦλος
Headword (normalized):
ναῦλος
Headword (normalized/stripped):
ναυλος
IDX:
21859
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n21881
Key:
nau=los
Data
{'content': 'ναῦλος\n ναῦλος, ὁ,\n ναῦς\n passage-money, the fare or freight, Xen.\n the freight or cargo of ships, Dem.', 'key': 'nau=los'}