μυδροκτύπος
μυδροκτύπος
μυδρο-κτύπος, ον
forging red-hot iron, μ. μίμημα the manner of a smith smiting iron, Eur.
{ "content": "μυδροκτύπος\n μυδρο-κτύπος, ον\n forging red-hot iron, μ. μίμημα the manner of a smith smiting iron, Eur.", "key": "mudroktu/pos" }