Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
μοχθίζω
μόχθος
μοχλευτής
μοχλεύω
μοχλέω
μοχλίον
μοχλός
μʼ
μυάγρα
μυγαλῆ
μυγμός
μυδαλέος
μυδαλόεις
μυδάω
μύδος
μυδροκτυπέω
μυδροκτύπος
μύδρος
μυέλινος
μυελόεις
μυελός
View word page
μυγμός
μυγμός μυγμός, οῦ, ὁ, μύζω a moaning, muttering, Aesch.
ShortDef
a moaning, muttering
Debugging
Headword:
μυγμός
Headword (normalized):
μυγμός
Headword (normalized/stripped):
μυγμος
Intro Text:
μυγμός μυγμός, οῦ, ὁ, μύζω a moaning, muttering, Aesch.
IDX:
21626
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n21647
Key:
mugmo/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "μυγμός\n μυγμός, οῦ, ὁ,\n μύζω\n a moaning, muttering, Aesch.", "key": "mugmo/s" }