Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
μόρος
μόρσιμος
μορύσσω
μορφάζω
μορφάω
Μορφεύς
μορφήεις
μορφή
μόρφνος
μορφόω
μόρφωμα
μόρφωσις
μορφώτρια
Μοσσύνοικοι
μόσσυν
μόσχειος
μοσχεύω
μοσχίδιον
μοσχίον
μόσχιος
μοσχοποιέω
View word page
μόρφωμα
μόρφωμα μόρφωμα, ατος, τό, form, shape, Aesch., Eur.
ShortDef
form, shape
Debugging
Headword:
μόρφωμα
Headword (normalized):
μόρφωμα
Headword (normalized/stripped):
μορφωμα
Intro Text:
μόρφωμα μόρφωμα, ατος, τό, form, shape, Aesch., Eur.
IDX:
21572
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n21593
Key:
mo/rfwma
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "μόρφωμα\n μόρφωμα, ατος, τό,\n form, shape, Aesch., Eur.", "key": "mo/rfwma" }