Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

μονερέτης
μονή
μονήρης
μόνιμος
μόνιππος
μονοβάμων
μονογενής
μονόγληνος
μονοδάκτυλος
μονοδέρκτης
μονόδουπος
μονόδους
μονόδροπος
μονοειδής
μονόζυξ
μονοήμερος
μονόθεν
μονοκέλης
μονόκερως
μονόκλαυτος
μονόκλινον
View word page
μονόδουπος
μονόδουπος μονό-δουπος, ον uniform in sound, Anth.

ShortDef

uniform in sound

Debugging

Headword:
μονόδουπος
Headword (normalized):
μονόδουπος
Headword (normalized/stripped):
μονοδουπος
IDX:
21487
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n21508
Key:
mono/doupos

Data

{'content': 'μονόδουπος\n μονό-δουπος, ον\n uniform in sound, Anth.', 'key': 'mono/doupos'}