ἀναγραπτέος
ἀναγραπτέος
verb. adj. of ἀναγράφω.
one must register, εὐεργέτην ἀν. τινά Luc.
{ "content": "ἀναγραπτέος\n verb. adj. of ἀναγράφω.\n one must register, εὐεργέτην ἀν. τινά Luc.", "key": "a)nagrapte/os" }