μισθοφορητέος
μισθοφορητέος
μισθοφορητέος, ον
verb. adj. of μισθοφορέω
one must receive pay, Thuc.
{ "content": "μισθοφορητέος\n μισθοφορητέος, ον\n verb. adj. of μισθοφορέω\n one must receive pay, Thuc.", "key": "misqoforhte/os" }