μισθοδότης
μισθοδότης
μισθο-δότης, ου, ὁ,
one who pays wages, a paymaster, Plat., Xen.
{ "content": "μισθοδότης\n μισθο-δότης, ου, ὁ,\n one who pays wages, a paymaster, Plat., Xen.", "key": "misqodo/ths" }