μισητέος
μισητέος
μῑσητέος, α, ον
verb. adj. of μισέω
to be hated, Xen.
μισητέον, one must hate, Luc.
{
"content": "μισητέος\n μῑσητέος, α, ον\n verb. adj. of μισέω\n to be hated, Xen.\n μισητέον, one must hate, Luc.",
"key": "mishte/os"
}