μινυνθάδιος
μινυνθάδιος
μῐνυνθάδιος, α, ον
shortlived, Hom.:—comp. μινυνθαδιώτερος Il.
{ "content": "μινυνθάδιος\n μῐνυνθάδιος, α, ον\n shortlived, Hom.:—comp. μινυνθαδιώτερος Il.", "key": "minunqa/dios" }