μικροπρεπής
μικροπρεπής
μῑκρο-πρεπής, ές
πρέπω
petty in oneʼs notions, mean, shabby, Arist.
{ "content": "μικροπρεπής\n μῑκρο-πρεπής, ές\n πρέπω\n petty in oneʼs notions, mean, shabby, Arist.", "key": "mikropreph/s" }