Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
μεταγράφω
μετάγω
μεταδαίνυμαι
μεταδετέος
μεταδήμιος
μεταδιαιτάω
μεταδίδωμι
μεταδίωκτος
μεταδιώκω
μεταδοκέω
μεταδοξάζω
μεταδόρπιος
μετάδοσις
μεταδοτέος
μετάδουπος
μεταδρομάδην
μεταδρομή
μετάδρομος
μέταζε
μεταζεύγνυμι
μετάθεσις
View word page
μεταδοξάζω
μεταδοξάζω fut. σω to change oneʼs opinion, Plat.
ShortDef
to change one's opinion
Debugging
Headword:
μεταδοξάζω
Headword (normalized):
μεταδοξάζω
Headword (normalized/stripped):
μεταδοξαζω
Intro Text:
μεταδοξάζω fut. σω to change oneʼs opinion, Plat.
IDX:
20830
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20851
Key:
metadoca/zw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "μεταδοξάζω\n fut. σω\n to change oneʼs opinion, Plat.", "key": "metadoca/zw" }