Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

μεσοποτάμιος
μέσος
μεσοσχιδής
μεσότης
μεσότοιχον
μεσοτομέω
μεσότομος
μεσουράνημα
μεσουράνησις
μεσόω
μέσσατος
μεσσόθεν
μεσσόθι
μεστός
μεστόω
μέσφα
μετάβασις
μεταβιβάζω
μεταβλητέος
μεταβλητικός
μεταβολή
View word page
μέσσατος
μέσσατος μέσσᾰτος, η, ον irreg. Sup. of μέσσος, μέσος midmost, Il.; Attic μέσατος, Ar.

ShortDef

midmost

Debugging

Headword:
μέσσατος
Headword (normalized):
μέσσατος
Headword (normalized/stripped):
μεσσατος
IDX:
20802
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20823
Key:
me/ssatos

Data

{'content': 'μέσσατος\n μέσσᾰτος, η, ον\n irreg. Sup. of μέσσος, μέσος\n midmost, Il.; Attic μέσατος, Ar.', 'key': 'me/ssatos'}