Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

μέλλημα
μέλλησις
μελλητέος
μελλητής
μελλόγαμος
μελλονικιάω
μελλόνυμφος
μέλλω
μελογραφία
μελογράφος
μελοποιέω
μελοποιητής
μελοποιΐα
μελοποιός
μέλος
μελοτυπέω
μέλπηθρον
Μελπομένη
μέλπω
μελύδριον
μελῳδέω
View word page
μελοποιέω
μελοποιέω μελοποιέω, fut. -ήσω to make lyric poems, Ar. from μελοποιός

ShortDef

to make lyric poems

Debugging

Headword:
μελοποιέω
Headword (normalized):
μελοποιέω
Headword (normalized/stripped):
μελοποιεω
IDX:
20689
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20710
Key:
melopoie/w

Data

{'content': 'μελοποιέω\n μελοποιέω,\n fut. -ήσω\n to make lyric poems, Ar.\n from μελοποιός', 'key': 'melopoie/w'}